κεστίουν

κεστίουν
κεστίουν ή κεστιούν, ἡ (Μ)
ζήτημα, υπόθεση. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. question].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”